Η ένταξη δύο νέων έργων αφαλάτωσης σε Δυτική Μάνη και Ερμιονίδα, στο πλαίσιο του «ΤΠΑ Περιβάλλοντος και Ενέργειας 2021–2025», επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο ένα από τα πιο κρίσιμα και διαχρονικά ζητήματα της Πελοποννήσου: τη βιώσιμη επάρκεια και ποιότητα των υδατικών πόρων. Πρόκειται για παρεμβάσεις συνολικού προϋπολογισμού άνω του 1,5 εκατ. ευρώ, οι οποίες εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό της Περιφέρειας Πελοποννήσου για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη τουριστική πίεση.
Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει –και δεν μπορεί να παραβλεφθεί σε μια σοβαρή δημόσια συζήτηση– είναι κατά πόσο η αφαλάτωση συνιστά στρατηγική λύση μακράς πνοής ή μια αναγκαία αλλά συμπληρωματική απάντηση σε ένα βαθύτερο πρόβλημα διαχείρισης του νερού.
Η Πελοπόννησος, παρά τη γεωγραφική της έκταση και τις κατά τόπους σημαντικές βροχοπτώσεις, αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες σοβαρά ζητήματα επάρκειας νερού. Η υπεράντληση υδροφορέων, η υφαλμύρωση γεωτρήσεων, οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης –που σε ορισμένες περιοχές ξεπερνούν το 40%– και η έλλειψη ολοκληρωμένων σχεδίων διαχείρισης έχουν οδηγήσει σε μια χρόνια κατάσταση οριακής ισορροπίας.
Ιδιαίτερα σε παράκτιες και τουριστικές περιοχές, όπως η Μάνη και η Ερμιονίδα, το πρόβλημα εντείνεται τους θερινούς μήνες. Η αυξημένη ζήτηση, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή και τη μείωση των διαθέσιμων φυσικών αποθεμάτων, καθιστά τις παραδοσιακές λύσεις ανεπαρκείς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της αφαλάτωσης υφάλμυρου νερού αποτελεί μια τεχνολογικά ώριμη και άμεσα εφαρμόσιμη λύση. Οι νέες μονάδες σε Δυτική Μάνη και Πόρτο Χέλι, δυναμικότητας 1.000 κυβικών μέτρων ημερησίως η καθεμία, αξιοποιούν την τεχνολογία της αντίστροφης όσμωσης και –στην περίπτωση της Ερμιονίδας– συνδυάζονται με αυτόνομο φωτοβολταϊκό σύστημα, μειώνοντας το ενεργειακό αποτύπωμα.
Το γεγονός ότι τα έργα συνοδεύονται από πρόβλεψη για λειτουργία, αποθήκευση και ενεργειακή υποστήριξη δείχνει μια πιο ώριμη προσέγγιση σε σχέση με παλαιότερες αποσπασματικές παρεμβάσεις. Επιπλέον, η ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλέγμα έργων αφαλάτωσης σε Βέλο–Βόχα, Μονεμβασία και Δυτική Μάνη υποδηλώνει έναν συντονισμένο σχεδιασμό σε περιφερειακό επίπεδο.
Παρά τα πλεονεκτήματά της, η αφαλάτωση δεν είναι πανάκεια. Το κόστος λειτουργίας και συντήρησης, η ανάγκη εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη διάθεση της άλμης παραμένουν κρίσιμα ζητήματα που απαιτούν συνεχή έλεγχο και διαφάνεια.
Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος η αφαλάτωση να λειτουργήσει ως «εύκολη λύση», απομακρύνοντας τη συζήτηση από τις βαθύτερες διαρθρωτικές ανάγκες: τον εκσυγχρονισμό των δικτύων, την ορθολογική τιμολόγηση του νερού, την επαναχρησιμοποίηση υδάτων και την ουσιαστική αλλαγή στη διαχείριση του αγροτικού νερού, που εξακολουθεί να απορροφά το μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων.
Οι πρόσφατες εντάξεις έργων αφαλάτωσης αποτελούν αναμφίβολα ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης επαρκούς και ποιοτικού νερού για τις τοπικές κοινωνίες και την αναπτυξιακή δυναμική της Πελοποννήσου. Όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Περιφερειάρχης Δημήτρης Πτωχός, πρόκειται για παρεμβάσεις που απαντούν σε υπαρκτά και πιεστικά προβλήματα.
Το πραγματικό ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η υλοποίηση των έργων, αλλά η ένταξή τους σε ένα συνεκτικό, μακροπρόθεσμο σχέδιο διαχείρισης των υδατικών πόρων, με μετρήσιμους στόχους, κοινωνική λογοδοσία και περιβαλλοντική ισορροπία. Η αφαλάτωση μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης – όχι όμως το μοναδικό της σκέλος.
Σε μια εποχή όπου το νερό αναδεικνύεται σε στρατηγικό αγαθό, η Πελοπόννησος καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την ανάγκη σε ευκαιρία και τις υποδομές σε πραγματική βιωσιμότητα.
Επιμέλεια άρθρου – Ανάλυση: Βελιτσίστας Θωμάς





