Καταδικάζουν πολλά από τα σημερινά εκλεγμένα στελέχη την ανωνυμία, ειδικά εάν προέρχονται απο αυτήν δυσμενή σχόλια και κριτική για το παραχθέν έργο και τις δημόσιες συμπεριφορές, δεν διστάζουν ωστόσο να… κοινοποιήσουν την ανωνυμία όταν τα δημοσιεύματα και οι αναφορές είναι με θετικό και υποστηρικτικό πρόσημο.
Η αναφορά δεν στηλιτεύει την ανωνυμία αλλά την διτή και κατα το δοκούν συμπεριφορά, στάση και κρίση των δημοσίων ανδρών και γυναικών.
Είναι αποδεκτή η ανωνυμία όταν μας επιβραβεύει και κατακριτέα όταν μας στηλιτεύει;
Το ερώτημα είναι απλό, το ίδιο θα μπορούσε να είναι και η απάντηση όμως, ας μην γελιόμαστε, δεν θα δοθεί. Στην προηγούμενη δημοτική αναμέτρηση η ανωνυμία κρατούσε τα σκήπτρα της κριτικής και αν θέλετε και της πόλωσης, συνεχίζει να παράγει πολιτική στην διάρκεια της θητείας των αρχόντων και φυσικά, όταν έρθει η προεκλογική περίοδος εκ νέου θα λάβει “θέση μάχης”!
Στην Κόρινθο κατα καιρούς δημιουργούνται νέα προφίλ και σελίδες χωρίς καμία πληροφορία τα οποία ωστόσο, εκτός των προσώπων που συγκαταλέγονται στους φίλους και ακολούθους που είναι ουσιαστικά το αυτοδιοικητικό και δήμοσιο γίγνεσθαι, αποτελούν και πηγή κοινοποίησης για πολλά εξ αυτών, αναλόγως βεβαίως της πλευράς που υποστηρίζουν. Εντύπωση μάλιστα είχε προκαλέσει προ μηνών η κοινοποίηση δημοσιεύματος απο ανώνυμο προφίλ στην επίσημη σελίδα του δήμου Κορινθίων!
Δεν προσδοκώ φυσικά η συζήτηση για την ανωνυμία να αποδώσει καρπούς αφού κανείς δεν είναι διατεθειμένος να μιλήσει για την ουσία. Ως εκ τούτου, η ανωνυμία θα συνεχίσει να υπάρχει, να λειτουργεί κατά το δοκούν και φυσικά να χρησιμοποιείται, επίσης κατα το δοκούν, και απο τα δημόσια πρόσωπα. Γι αυτό ίσως, θα πρέπει και όλοι να πάψουν τις κρίσεις και τις επικρίσεις αφού, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την εκμεταλλεύονται.
Το περιεχόμενο αυτού του άρθρου αποτελεί προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας και πρωτογενές έργο.
Απαγορεύεται η αντιγραφή, αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση, ολόκληρου ή μέρους του, χωρίς την έγγραφη άδεια του
exantas.online. Κάθε παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας διώκεται σύμφωνα με τον Ν. 2121/1993
και την ευρωπαϊκή νομοθεσία.




