Σε αυτοψία στις πληγείσες περιοχές των Τζουμέρκων βρέθηκε ο Υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρίστος Δήμας, συνοδευόμενος από τον Γενικό Γραμματέα Υποδομών Δημήτρη Αναγνώπουλο, τους βουλευτές του νομού Ιωαννίνων Μαρία-Αλεξάνδρα Κεφάλα και Γιώργο Αμυρά, τον Περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέξανδρο Καχριμάνη και τους δημάρχους Κεντρικών και Βορείων Τζουμέρκων.
Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν αποκαρδιωτική: οι πρόσφατες πλημμύρες προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές στο οδικό δίκτυο, σε κρίσιμες υποδομές και σε παραγωγικές δραστηριότητες, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα σε οικισμούς και επιχειρήσεις της περιοχής.
Ο κ. Δήμας τόνισε ότι το Υπουργείο βρίσκεται σε στενή συνεργασία με τις τεχνικές υπηρεσίες της Περιφέρειας, των δήμων και τα συναρμόδια υπουργεία για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποτύπωσης των ζημιών, ενώ υπογράμμισε ότι τα πρώτα έργα αποκατάστασης έχουν ήδη ξεκινήσει. Στόχος, όπως ανέφερε, είναι η πλήρης αποκατάσταση σε όλα τα σημεία που έχουν πληγεί.
Ανάλυση – Η επόμενη μέρα και το διαχρονικό έλλειμμα υποδομών
Οι εικόνες καταστροφής στην Ήπειρο δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Αντιθέτως, εντάσσονται σε μια ευρύτερη πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η χώρα: ακραία καιρικά φαινόμενα τα οποία εντείνονται λόγω της κλιματικής κρίσης και βρίσκουν την τοπική αυτοδιοίκηση και τις υποδομές συχνά απροετοίμαστες.
Η άμεση κινητοποίηση του Υπουργείου και των αρμόδιων φορέων είναι χωρίς αμφιβολία ένα θετικό βήμα. Όμως, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο η αποκατάσταση των ζημιών αλλά η θωράκιση των περιοχών σε βάθος χρόνου. Τα Τζουμέρκα, μια περιοχή με έντονο ανάγλυφο και περιορισμένη προσβασιμότητα, απαιτούν στρατηγικό σχεδιασμό αντιπλημμυρικής προστασίας, σύγχρονα έργα ορεινής υδρονομίας και τακτική συντήρηση των οδικών δικτύων.
Η καταγραφή των ζημιών και η άμεση έναρξη εργασιών είναι μόνο το πρώτο στάδιο. Το ζητούμενο πλέον είναι η μετάβαση από την “πυρόσβεση” στην πρόληψη. Μόνο τότε η τοπική κοινωνία θα μπορεί να νιώθει ασφαλής και οι παραγωγικές δραστηριότητες θα μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς τον φόβο μιας νέας καταστροφής.
Η σημερινή κρίση μπορεί —και πρέπει— να αποτελέσει αφετηρία για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική υποδομών, όχι μόνο για την Ήπειρο αλλά για ολόκληρη τη χώρα. Μια στρατηγική που θα βασίζεται σε σύγχρονα δεδομένα, τεχνογνωσία και διαρκή συνεργασία μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών φορέων. Μόνο τότε οι επόμενες «αυτοψίες» δεν θα αφορούν καταστροφές, αλλά την πρόοδο μιας περιοχής που επενδύει με συνέπεια στο μέλλον της.




