Έτσι, η χώρα μας καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην ΕΕ και την τέταρτη χαμηλότερη συνολικά ανάμεσα στις 38 χώρες του Οργανισμού.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα εμφάνισε χαμηλότερο πληθωρισμό τροφίμων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στους 13 από τους τελευταίους 16 μήνες. Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα, Δεκέμβριος 2024, Ιανουάριος και Φεβρουάριος 2025, οι τιμές των τροφίμων σημείωσαν αρνητικό ρυθμό μεταβολής, για πρώτη φορά μετά το 2021.
Η αποκλιμάκωση αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονων διεθνών αναταράξεων στις αγορές. Παράγοντες όπως η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι νέες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις της ΕΕ, μεταξύ αυτών και οι περιορισμοί στην παραγωγή βοδινού κρέατος, εξακολουθούν να επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και διακίνησης αγαθών.
Στην Ελλάδα, πάντως, η συνολική εικόνα είναι ενθαρρυντική. Ο ετήσιος πληθωρισμός για τον Σεπτέμβριο 2025 ανήλθε στο 1,9%, με τη «συνεισφορά» των τροφίμων να περιορίζεται στο 0,3 ποσοστιαίες μονάδες. Η ενέργεια και οι υπόλοιπες υπηρεσίες αποτελούν τους βασικούς τομείς πίεσης.
Ωστόσο, πίσω από τους αριθμούς παραμένει η πραγματικότητα της ακρίβειας που βιώνουν τα νοικοκυριά. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα, το κόστος μετακίνησης και ενέργειας συνεχίζει να επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, και η αγοραστική δύναμη των χαμηλότερων εισοδημάτων εξακολουθεί να πιέζεται.
Γι’ αυτό, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, αν και θετική, χρειάζεται να μεταφραστεί σε χειροπιαστή ανακούφιση για τον πολίτη. Αυτός είναι και ο στόχος των νέων πρωτοβουλιών του Υπουργείου Ανάπτυξης, όπως η σύσταση της Ανεξάρτητης Αρχής Προστασίας του Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς. Η νέα δομή, με 300 νέους ελεγκτές και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία που αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη, φιλοδοξεί να εξασφαλίσει διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στους ελέγχους της αγοράς.
Η επιτυχία στη συγκράτηση των τιμών δεν είναι τυχαία. Προήλθε από ένα συνδυασμό στοχευμένων ελέγχων, συμφωνιών με επιχειρήσεις για συγκράτηση τιμών, προστίμων όπου χρειάστηκε και ενημέρωσης των καταναλωτών. Η συνέχιση αυτής της πολιτικής φαίνεται καθοριστική, ώστε τα θετικά μακροοικονομικά δεδομένα να περάσουν από τους δείκτες στα καλάθια και τα πορτοφόλια των πολιτών.





